Στα τζάμια του γραφείου
έμενε το αποτύπωμα
μιας βροχής που είχε τελειώσει.
Μου είπες «κράτα το»
και μου άφησες ένα κουτάκι βίδες.
Ως το βράδυ
δεν ήξερα πού να το βάλω.
Το άφησα δίπλα στο νερό.
Οι υπάλληλοι των ατελών προτάσεων
Το γραφείο βλαβών του δήμου ήταν στριμωγμένο ανάμεσα σε ένα καθαριστήριο που είχε κλείσει και σε μια σχολή χορού. Η Άννα έπιανε δουλειά πριν ξημερώσει καλά. Κατέγραφε βλάβες αλλόκοτες: ένα κουδούνι που χτυπούσε όταν δεν ήταν κανείς στο σπίτι, ένα ασανσέρ που μύριζε τηγανητό ψάρι χωρίς να έχει κουζίνα η πολυκατοικία, λέξεις που κόβονταν στη μέση και έμεναν να τρίζουν στο καλώδιο. Δίπλα στο τηλέφωνο είχε ένα πιατάκι με γαλάζιο ράγισμα. Δεν έβαζε τίποτα μέσα.
Μια Τρίτη φάνηκε στην πόρτα ένας τεχνικός μ' ένα κουτί παπουτσιών. «Από τα μεγάφωνα του σταθμού», είπε, και το άνοιξε. Μέσα βρίσκονταν δώδεκα παύσεις, η καθεμιά τυλιγμένη σε διάφανο πλαστικό. Στην πρώτη ακουγόταν ένα κουτάλι που έπεφτε. Στη δεύτερη, δυο βήματα στην άσφαλτο. Η τρίτη έκανε το φως του γραφείου να τρεμοπαίζει.